σκῦλον

σκῦλον
оружие, доспехи, снятые с неприятеля

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Помощь в написании эссе

Полезное


Смотреть что такое "σκῦλον" в других словарях:

  • σκῦλον — σκύλλω torn aor imperat act 2nd sg σκῦλον arms stripped off a slain enemy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκύλο — το / σκῡλον, ΝΑ καθετί που διαρπάζεται από σκοτωμένο στρατιώτη, προϊόν σκύλευσης («τὰς πτέρυγας... τῇ Νίκῃ φορεῑν ἔδοσαν... σκῡλον ἀπὸ τῶν πολεμίων», Αριστοφ.) αρχ. 1. (κυρίως στον πληθ.) τὰ σκῡλα τα όπλα που αφαιρούνται από σκοτωμένο εχθρό,… …   Dictionary of Greek

  • σκυλώ — (I) άω ή έω, ΜΑ (πιθ. τ.) σκυλεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκῦλον «λάφυρο». Ο τ. ωστόσο έχει διορθωθεί σε σκύλλω]. (II) όω, Α (κατά τον Ησύχ.) «καλύπτω, σκεπάζω». [ΕΤΥΜΟΛ. < σκύλον* «λάφυρο», παρ ότι η σημ. τού ρ. θα οδηγούσε μάλλον στον τ. σκύλος (τό)… …   Dictionary of Greek

  • σκύλω — σκύ̱λω , σκύλλω torn aor subj act 1st sg σκύ̱λω , σκύλλω torn aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) σκύ̱λω , σκῦλον arms stripped off a slain enemy neut nom/voc/acc dual σκύ̱λω , σκῦλον arms stripped off a slain enemy neut gen sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • (s)keu-2, (s)keu̯ǝ : (s)kū- —     (s)keu 2, (s)keu̯ǝ : (s)kū     English meaning: to cover, wrap     Deutsche Übersetzung: “bedecken, umhũllen”     Material: O.Ind. skunüti, skunō ti, sküuti “bedeckt”; doubtful ku kūla “Hũlsen, armament, armor”, püṃ su kūla “Lumpenkleid …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • корысть — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  сущ. (греч. σκῦλον) военная добыча; (греч. περύσσια) владение.… …   Словарь церковнославянского языка

  • Σκύλιος — ὁ, Α [σκῡλον] προσωνυμία τού Διός στο Ρύτιο …   Dictionary of Greek

  • σκυλαίας — Α (κατά τον Ησύχ.) «τὰ σκῦλα, καὶ λάφυρα, οἱ δὲ τὰς πανοπλίας». [ΕΤΥΜΟΛ. < σκῦλον «λάφυρο» + κατάλ. αῖος / αία (πρβλ. νεολ αία)] …   Dictionary of Greek

  • σκυλεύω — ΝΑ [σκῡλον] 1. απογυμνώνω νεκρό στρατιώτη και παίρνω τα όπλα του (α. «συνόδευαν τη μονάδα και σκύλευαν τους σκοτωμένους» β. «σκυλεύσας τοὺς Ἀργείους νεκροὺς καὶ προσφορήσας τὰ ὅπλα πρὸς τὸ ἑωυτοῡ στρατόπεδον», Ηρόδ.) 2. διαρπάζω, λαφυραγωγώ (α.… …   Dictionary of Greek

  • σκυλοφόρος — ποιητ. τ. σκυληφόρος ον, Α 1. αυτός που φέρει μαζί του τα σκύλα, τα λάφυρα που προέρχονται από σκύλευση («Ἑσπερίου Μάρκελλος ἀνερχόμενος πολέμοιο σκυλοφόρος», Κριναγ.) 2. αυτός στον οποίο αφιερώνονται τα σκύλα, αυτός που τά δέχεται («Ζεὺς… …   Dictionary of Greek

  • σκυλοχαρής — ές, Α αυτός που χαίρεται με τα σκύλα, με τα λάφυρα που προέρχονται από σκύλευση. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκῦλον «λάφυρο» + χαρής (< *χάρος [τὸ] < χαίρω / ομαι), πρβλ. πολεμο χαρής] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»